Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Σε είδα χθες βράδυ στον αφρό
του πιο γαλάζιου μου όνειρου,
και είχες στα χέρια μιαν αυγή
κόκκινη σαν το αίμα.

Σε φίλησα και λειώσανε
χιλιάδες κρύσταλλα χιονιού,
στα χείλη της αγάπης μας.
Μπλέχτηκαν άρπες της νυχτιάς
μες τα χρυσά μαλλιά σου,
κι ένα τραγούδι χωρισμού
αρχίσαν τα τριζόνια.

Ετσι καθώς προσπάθησα
τα μάγια να σου λύσω,
πονέσαν τ' ακροδάκτυλα
των πιο κρυφών λυγμών μου.

Κι έξαφνα καθώς έπλεκα
κοχύλια στα μαλλιά σου,
ένας αέρας φύσηξε,
και χάθηκες σαν σύννεφο,
του αρχιπελάγου εσύ κυρά,
που κράτησες στα μάτια σου 
το χρώμα όλης της θάλασσας.


Τα μάτια των Δράκων

Το φως πονάει τα μάτια των Δράκων...έτσι μου είχες πει, το φως πληγώνει τα ευαίσθητα μάτια τους και ζητάνε και πάλι γρήγορα την ανακούφιση που τους προσφέρει το σκοτάδι...χμμ...το σκοτάδι...φίλος καλός, αναγκαίος, γεμάτος κατανόηση...όμως υπάρχει ένα παραμύθι για το πώς ξεκίνησε αυτή η φιλία, δεν ήταν πάντα έτσι βλέπεις.
Ξεκινάει και αυτό όπως όλα τα παραμύθια. Μια φορά και ένα καιρό οι Δράκοι ζούσαν ελεύθεροι, αθώοι και άκακοι στη φύση...αλήθεια μπορούσες να τους βρεις παντού. Απολάμβαναν τη λάμψη και τη ζεστασιά του Ήλιου, το δροσερό και φρέσκο αέρα, μέσα στον οποίο τους άρεσε να κολυμπάνε ε με τις ώρες, και  φυσικά την παρέα των λίγων τολμηρών που έμοιαζαν να αντιλαμβάνονται την αληθινή τους φύση.   Όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν παρεξηγημένη εικόνα για τους Δράκους...ήταν η τρομακτική τους εμφάνιση, η μεγάλη τους δύναμη, η φωτιά που έκαιγε μέσα τους και τα μάτια τους που έμοιαζαν να μπορούν να διαπεράσουν κάθε άμυνα...κάθε πανοπλία...τους φοβόντουσαν...πάντα τους φοβόντουσαν.

Κάποια μέρα οι άνθρωποι...φταίνε αυτοί, είναι στη φύση τους...πάντα τους τρόμαζε το διαφορετικό, πάντα ένοιωθαν ευάλωτοι μπροστά σε ότι δεν κατανοούσαν, σε ότι δε ταίριαζε στις συνήθειές τους, σε ότι δεν μπορούσαν να υποτάξουν ή έστω να ελέγξουν...Νομίζω ότι εσύ, μάλλον το καταλαβαίνεις αυτό...Αποφάσισαν εξαπολύσουν κυνηγητό έναντι των Δράκων. Η μανία τους δε, ήταν τόσο μεγάλη, όσο και η άγνοιά τους. Επειδή, είπαμε οι Δράκοι φαίνονται παντοδύναμοι εξωτερικά, δεν θέλαν να έχουν την ευκαιρία να μπορέσουν να ανταποδώσουν...έτσι πίστευαν ότι θα γινόταν...πόσο λίγο τους ξέραν! Έτσι τα χτυπήματα ήταν δυνατά, απρόσμενα...σχεδιασμένα για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ζημιά. Οι Δράκοι πληγώθηκαν, το σώμα τους πολύ, αλλά οι πληγές που πονούσαν περισσότερο έγιναν στη ψυχή τους. Ήταν που δε κατάφεραν ποτέ να κατανοήσουν αυτή την επίθεση. Το μόνο που ήθελαν ήταν φως...αέρα...συντροφιά.

Και τότε, αντίθετα από ότι όλοι περίμεναν, αντί για την μεγάλη αντεπίθεση, αντί για τη τρομερή εκδίκηση που οι άνθρωποι ήταν προετοιμασμένοι...τα πλάσματα αυτά, θέλοντας απλώς να επιβιώσουν, να ζήσουν...χωρίς να πληγωθούν...χωρίς να πληγώσουν...εξαφανίστηκαν. Χάθηκαν σε βαθιές, σκοτεινές σπηλιές. Από τότε ,κάνουν την εμφάνιση τους μόνο σε μύθους ή παραμύθια...ακριβώς όπως αυτό...έτσι έγινε και με αυτόν τον Δράκο.
            Όμως, που και που, μέσα στη νύχτα, όταν το φεγγάρι είναι ολόγιομο και λαμπερό...όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω για να προδοθούν...βγαίνουν για μερικές στιγμές να απολαύσουν το φως του, να χαρούν τη συντροφιά του...να πάρουν μερικές ανάσες ζωής...για να αντέξουν...λίγο ακόμα. Βλέπεις αυτή είναι η αληθινή τους φύση...αυτή είναι η ζωή που επιθυμούν...αυτό είναι το όνειρό τους...η επιστροφή! Και ναι, καμιά φορά, θαμπώνονται...καμιά φορά πονάνε τα μάτια τους και τρέχουν να βρουν ανακούφιση στο σκοτάδι...βλέπεις μετά από τόσο καιρό ξεσυνήθισαν...αλλά πάντα περιμένουν με λαχτάρα την επόμενη πανσέληνο...μέχρι να έρθει η  ώρα που θα μπορέσουν να πετάξουν ξανά...ελεύθεροι...στο φως...


Ανατροπή

Λοιπόν ο έρωτας,
αυτή η απέλπιδα αποπλάνηση των σωμάτων,
οι δεκάρικοι λόγοι για την αιωνιότητα.
Κι αν ξαφνικά γινόμουν ό,τι μισούσες;
Πόσο μεγάλη έκπληξη όμως.

(Κι εγώ που νόμιζα ότι θα ζούσα
όλη μου τη ζωή μες στην αγάπη.)
Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.